ἦκα

ἦκα
Grammatical information: adv.
Meaning: `slowly, still, a little' (Il.);
Other forms: adj. compar. ἥττων, Ion. ἥσσων `smaller, weaker' (Il.), superl. ἤκιστος `slowest' (Ψ 531), adv. ἥκιστα `the least, not at all' (IA), ἥκιστος `weakest, schlimmster' (Ael.).
Compounds: IE [896] *sēk- `slow, quiet'
Derivatives: From ἦκα: ἤκαλος = ἀκαλός (Call.), ἠκαλέον γελόωσα πράως, οὑκ ἐσκυθρωπακυῖα; ἠκαῖον ἀσθενές H. - From ἥσσων, ἥττων: ἡσσάομαι, ἡττάομαι `be less, be weaker' (after νικάομαι) with the backformation ἧσσα, ἧττα f. `defeat' (trag., Th., IA.); Ion. (Hdt., Herod.) has ἑσσόομαι (from *ἕσσων, innovation after κρέσσων). With ἦκα (with ep. psilosis like ἤκιστος; cf. Chantraine Gramm. hom. 1, 187) cf. ὦκα and other adverbs in -ᾰ (Schwyzer 622). Cognate is acc. to Froehde BB 16, 192, Osthoff IF 5, 297 Lat. sēgnis `slow' \< *sēc-ni-s; on the n-suffix cf. πύκ-α : πυκ-νός and Benveniste Origines 89f. Details in Seiler Steigerungsformen 65ff.
Origin: IE [Indo-European] [896] *seh₁k- (or *sēk-?) `slow'
Etymology: Not to ἦκα belong (Bechtel Lex. 156) ἀκήν, ἀκαλά; against it Buttmann Lexilogus 1, 13f.
Page in Frisk: 1,627

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ήκα — ἦκα (Α) επίρρ. 1. (για τόπο ή κίνηση) λίγο, ελαφρά («ἦκ ἐπ ἀριστερά», Ομ. Ιλ.) 2. μαλακά, ήσυχα, με πραότητα, ήπια («ἀπώσατο ἦκα γέροντα», Ομ. Ιλ.) 3. (για ήχο) ήσυχα, σιγανά («ἦκα ἀγόρευον», Ομ. Ιλ.) 4. (για όψη) λεία, ελαφρά («ἦκα στίλβοντες… …   Dictionary of Greek

  • ἦκα — slightly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἧκα — ἵημι Ja c io aor ind act 1st sg ἵημι Ja c io aor ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἦκ' — ἦκα , ἦκα slightly indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντιβγαίνω — ήκα, αντιμετωπίζω, ανταγωνίζομαι: Αυτός ο άνθρωπος σ όλα μου αντιβγαίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ήκιστος — (I) ἤκιστος, η, ον (Α) [ήκα] (υπερθ. επίθ. από το επίρρ. ήκα) πάρα πολύ αργός, ασθενέστατος, αδρανέστατος στην οδήγηση άρματος (ἤκιστος δ ἦν αὐτὸς ἐλαυνέμεν ἅρμ ἐν ἀγώνι», Ομ. Ιλ.). (II) ἥκιστος, η, ον (Α) 1. (ως υπερθ. τού μικρός, τού κακός και… …   Dictionary of Greek

  • ίημι — ἵημι (Α) 1. κινώ, βάζω κάτι σε κίνηση, κάνω κάτι να κινηθεί γρήγορα («ἧκα πόδας καὶ χεῑρε φέρεσθαι», Ομ. Οδ.) 2. αφήνω κάτι να πέσει κάτω (α. «κὰδ δὲ κάρητος ἧκε κόμας» άφησε τα μαλλιά να κρέμονται από το κεφάλι, Ομ. Οδ.) 3. στέλνω, αποστέλλω 4.… …   Dictionary of Greek

  • ηκαίος — ἠκαῑος, α, ον (Α) [ήκα] (επίθ. από το επίρρ. ήκα) (κατά τον Ησύχ.) «ἠκαῑον ασθενές» …   Dictionary of Greek

  • πίφρημι — Α (αμάρτυρος τ. ενεστ.) 1. (μτβ.) εισάγω ή εξάγω κάτι 2. (αμτβ.) εισέρχομαι ή εξέρχομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. απαντά συνήθως στον αόρ. και μέλλ., σπανίως στον ενεστ. (πρβλ. απρμφ. πιφράναι, ἐσ πιφράναι) και πάντοτε σύνθ. με προθέσεις: εἰς, ἐκ, διά, ἀπὸ …   Dictionary of Greek

  • ἦχ' — ἦχα , ἄγω lead perf ind act 1st sg ἦχε , ἄγω lead perf imperat act 2nd sg ἦχε , ἄγω lead perf ind act 3rd sg ἦκα , ἦκα slightly indeclform (adverb) ἦχε , ἦχος sound masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἧκ' — ἧκε , ἥκω to have come imperf ind act 3rd sg ἧκε , ἥκω to have come pres imperat act 2nd sg ἧκε , ἥκω to have come imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) ἧκα , ἵημι Ja c io aor ind act 1st sg ἧκε , ἵημι Ja c io aor ind act 3rd sg ἧκα , ἵημι Ja c… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.